Μετάβαση στο περιεχόμενο

κιουνεφέ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Ένα πιάτο με κιουνεφέ

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κιουνεφέ < (άμεσο δάνειο) τουρκική künefe < αραβική كُنافة (kunāfa) < αβέβαιης ετυμολογίας, πιθανώς κοπτικής προέλευσης

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /cu.neˈfe/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κιουνεφέ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κιουνεφέ ουδέτερο άκλιτο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]