κιούγκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κιούγκι κιούγκια
γενική κιουγκιού κιουγκιών
αιτιατική κιούγκι κιούγκια
κλητική κιούγκι κιούγκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κιούγκι < τουρκική künk < περσική گنگ (gung)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κιούγκι ουδέτερο

  1. πήλινος ή τσιμεντένιος σωλήνας αποχέτευσης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]