κιστέρνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κιστέρνα κιστέρνα κιστέρναι
Γενική κιστέρνης κιστέρναιν κιστερνῶν
Δοτική κιστέρν κιστέρναιν κιστέρναις
Αιτιατική κιστέρναν κιστέρνα κιστέρνας
Κλητική κιστέρνα κιστέρνα κιστέρναι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κιστέρνα < λατινική cisterna < cista < αρχαία ελληνική κίστη (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κιστέρνα θηλυκό

  1. στέρνα
  2. δεξαμενή
    Ὁ δὲ θειότατος ᾿Αναστάσιος (…) ἐποίησεν ἐν αὐτῷ δημόσια λουτρὰ δύο καὶ ἐκκλησίας καὶ ἐμβόλους καὶ ὡρεῖα εἰς ἀπόθετα σίτου καὶ κιστέρνας ὑδάτων. (Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, 2, 399, 7)
  3. υδραγωγείο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]