κιτάπι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κιτάπι κιτάπια
γενική κιταπιού κιταπιών
αιτιατική κιτάπι κιτάπια
κλητική κιτάπι κιτάπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κιτάπι < τουρκική kitap < αραβική كتاب (kitāb, ιερό βιβλίο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κιτάπι ουδέτερο

  1. βιβλίο ή τετράδιο που χρησιμοποιείται για σημειώσεις

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η λέξη χρησιμοποιόταν κυρίως για το τετράδιο που κατέγραφαν τα χρέη των πελατών οι έμποροι
  • σήμερα χρησιμοποιείται συνήθως μόνο ειρωνικά, είτε για χρέος οικονομικό ή ηθικό, είτε για αρχεία πληροφοριών οργανισμού ή εταιρείας

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]