Μετάβαση στο περιεχόμενο

κιτρέα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κιτρέ αἱ κιτρέαι
      γενική τῆς κιτρέᾱς τῶν κιτρεῶν
      δοτική τῇ κιτρέ ταῖς κιτρέαις
    αιτιατική τὴν κιτρέᾱν τὰς κιτρέᾱς
     κλητική ! κιτρέ κιτρέαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κιτρέ
γεν-δοτ τοῖν  κιτρέαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'φαρέτρα' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κιτρέα < κίτρον + -έα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κιτρέα θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

κιτρέα θηλυκό