κκελλετζής
Εμφάνιση
Κυπριακά (el-cyp)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /k͡çel.leˈdʒiːs/
Επίθετο
[επεξεργασία]κκελλετζής (θηλυκό κκελλετζίνα)
- χοντροκέφαλος, με μεγάλο κεφάλι, μεγάλη κκελλέ
- (μεταφορικά) ο ξερόλας
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- κκελλετζής - Γιώργος Β. Γεωργίου, Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου Κυπριακή Διάλεκτος @polignosi