κλάμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κλάμα κλάματα
γενική κλάματος κλαμάτων
αιτιατική κλάμα κλάματα
κλητική κλάμα κλάματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλάμα < μεσαιωνική ελληνική κλάμα < αρχαία ελληνική κλαῦμα < κλαίω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkla.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλάμα ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (για γέλια και) για κλάματα: (ειρωνικά) για να αναδείξουμε και να ειρωνευτούμε την κακή κατάσταση που βρίσκεται κάποιος ή κάτι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]