κλάρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Κλάρα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κλάρα κλάρες
γενική κλάρας (κλαρών)
αιτιατική κλάρα κλάρες
κλητική κλάρα κλάρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλάρα < κλαρ(ί) + μεγεθυντικό επίθημα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλάρα θηλυκό

  1. μεγάλο κλαρί (κλαδί φυτού)
  2. φυτικό διακοσμητικό σχέδιο σε ύφασμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]