κλέος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κλέος τα κλέη
      γενική του κλέους των κλεών
    αιτιατική το κλέος τα κλέη
     κλητική κλέος κλέη
Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλέος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κλέος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλέος ουδέτερο

  • (αρχαιοπρεπές) η δόξα
    Ένας ήρωας κερδίζει κλέος με την επίτευξη σπουδαίων κατορθωμάτων και συχνά μέσω του ένδοξου θανάτου του.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ κλέος τὰ κλέ(ᾱ)*
      γενική τοῦ κλέους τῶν κλεῶν
      δοτική τῷ κλέει τοῖς κλέεσ(ν)
    αιτιατική τὸ κλέος τὰ κλέ
     κλητική ! κλέος κλέ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κλέει
γεν-δοτ τοῖν  κλεοῖν
* Όταν προηγείται ε του ε+α > ᾱ (χρέα)
και όχι -η όπως στο βέλος, βέλη.
Αρχικά, μόνο ονομαστική-αιατιατική ενικού & πληθυντικού.
Άλλοι τύποι, μεταγενέστεροι.
3η κλίση, Κατηγορία 'χρέος' όπως «χρέος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλέος < λείπει η ετυμολογία συγγενές με τα ρήματα κλέω (μιλώ για κάποιον, τον δοξάζω) και κλύω (ακούω)


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • -κλῆς επίθημα ονόματος που δείχνει ότι ο κάτοχός του έχει κλέος - δόξα (και στα νέα ελληνικά -κλής)
  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

Πηγές[επεξεργασία]