κλέπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλέπτω < → δείτε το αρχαίο κλέπτω

Ρήμα[επεξεργασία]

κλέπτω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αυτό το λήμμα χρειάζεται επιμέλεια,
ώστε να ανταποκρίνεται σε υψηλότερες προδιαγραφές συντακτικής ποιότητας ή μορφοποίησης.

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλέπτω < πρωτοελληνική *klépťō < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *klép-ye-ti < *klep- (κλέβω)

Ρήμα[επεξεργασία]

κλέπτω

  1. κλέβω και ληστεύω
  2. κρύβω κάτι από κάποιον (με γενική και αιτιατική)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Αρχικοί Χρόνοι
Ενεστώτας κλέπτω
Παρατατικός ἐκλεπτον
Μέλλοντας κλέψω και ως ενεργητικός κλέψομαι
Αόριστος ἔκλεψα
Παρακείμενος β΄ κέκλοφα
Υπερσυντέλικος -
Αρχικοί Χρόνοι
Ενεστώτας κλέπτομαι
Παρατατικός ἐκλεπτόμην
Μέλλοντας κλέψομαι και κλεφθήσομαι
Αόριστος Παθ. ἐκλέφθην και (β΄) ἐκλάπην
Παρακείμενος β΄ (διακέκλεπται)
Υπερσυντέλικος -