κλέφτικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κλέφτικος κλέφτικη κλέφτικο
γενική κλέφτικου κλέφτικης κλέφτικου
αιτιατική κλέφτικο κλέφτικη κλέφτικο
κλητική κλέφτικε κλέφτικη κλέφτικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κλέφτικοι κλέφτικες κλέφτικα
γενική κλέφτικων κλέφτικων κλέφτικων
αιτιατική κλέφτικους κλέφτικες κλέφτικα
κλητική κλέφτικοι κλέφτικες κλέφτικα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλέφτικος < κλέφτης + -ικος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈklɛftikɔs/
συλλαβισμός: κλέ‐φτι‐κος

Επίθετο[επεξεργασία]

κλέφτικος, -η, -ο

  1. που έχει σχέση με τους Κλέφτες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτούς
  2. (ουσιαστικοποιημένο) κλέφτικος: (χορός) ο τσάμικος
  3. (ουσιαστικοποιημένο) κλέφτικο:
    1. (μουσική): δημοτικό τραγούδι που αναφέρεται στους Κλέφτες ή / και τους αρματολούς
    2. (γαστρονομία) είδος φαγητού με ψητό κρέας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλέφτικος < αρχαία ελληνική κλεπτικός

Επίθετο[επεξεργασία]

κλέφτικος, -η, -ον

  1. παράνομος
  2. δόλιος