κλήτευση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κλήτευση κλητεύσεις
γενική κλήτευσης
& κλητεύσεως
κλητεύσεων
αιτιατική κλήτευση κλητεύσεις
κλητική κλήτευση κλητεύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κλήτευση < κλήτευσις < κλητεύω + -σις < κλητός < καλώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κλήτευση θηλυκό

  • η επίσημη πρόσκληση κάποιου ως μάρτυρα ή διαδίκου στο δικαστήριο ή σε επιτροπή
    Η διαδικασία επιβολής των διοικητικών κυρώσεων των προηγούμενων παραγράφων αρχίζει με τη βεβαίωση της παράβασης από το όργανο που τη διαπιστώνει, το οποίο συντάσσει σχετική έκθεση, η οποία κοινοποιείται μαζί με έγραφη κλήτευση προς τον παραβάτη να υποβάλει τις απόψεις του μέσα σε 5 ημέρες από την κοινοποίηση της κλήτευσης. (Νόμος 1650)

32πχ Μεταφράσεις[]