κλίνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : κλείνω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλίνω < αρχαία ελληνική κλίνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkli.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κλίνω

  1. (αμετάβατο) γέρνω, έχω κλίση
    διόρθωσε τον πίνακα, διότι κλίνει προς τα δεξιά
  2. (μεταβατικό) ρέπω, τείνω
    η άποψή τους έκλινε στη θεσμοθέτηση νέων κανόνων
  3. (γραμματική) σχηματίζω τους τύπους ενός κλιτού μέρους του λόγου
    να κλίνετε την προστακτική του Αορίστου του ρήματος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλίνω < *κλίν-j-ω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *klei-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κλίνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]