κλαδεύτρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κλαδεύτρια κλαδεύτριες
γενική κλαδεύτριας κλαδευτριών
αιτιατική κλαδεύτρια κλαδεύτριες
κλητική κλαδεύτρια κλαδεύτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλαδεύτρια < κλαδευτής + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλαδεύτρια θηλυκό

  1. δείτε τη λέξη: κλαδευτής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]