κλαουνιάζω
Εμφάνιση
(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κλαουνιάζω < κλαίω
Ρήμα
[επεξεργασία]κλαουνιάζω
- (επτανησιακό ιδίωμα) κλαίω (όπως στο κεφαλλονίτικο ιδίωμα)
(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
κλαουνιάζω