Μετάβαση στο περιεχόμενο

κλαπέτο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κλαπέτο τα κλαπέτα
      γενική του κλαπέτου των κλαπέτων
    αιτιατική το κλαπέτο τα κλαπέτα
     κλητική κλαπέτο κλαπέτα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κλαπέτο < (οπτικό δάνειο) γαλλική clapet (προφορά /kla.pɛ/) + -ο < clapper + -et < clap < αγγλική clap

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /klaˈpe.to/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κλαπετο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κλαπέτο ουδέτερο

  1. (μηχανολογία) μηχανισμός που επιτρέπει ή διακόπτει τη ροή σε αγωγούς νερού ή αερίου, είδος αντεπίστροφης βαλβίδας με «πεταλούδα»
  2. είδος φρένου σε βαριά οχήματα, το οποίο χρησιμοποιεί τον παραπάνω μηχανισμό

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]