κλειστή περίθαλψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλειστή περίθαλψη < → δείτε τη λέξη  κλειστή και περίθαλψη

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

κλειστή περίθαλψη θηλυκό

  1. (ιατρική), (φαρμακευτική): η περίθαλψη που επιχειρείται σε ασθενείς που εισάγονται σε νοσηλευτικά ιδρύματα και καθ΄όλη τη διάρκεια της παραμονής τους σ΄ αυτά.

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]