κλειώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κλειώ, κλειῶ, κλείω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλειώ < → λείπει η ετυμολογία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kliˈo/ (ως δισύλλαβο, χωρίς συνίζηση)
τυπογραφικός συλλαβισμός: κλει‐ώ

Ρήμα[επεξεργασία]

κλειώ

  1. (ιδιωματικό,[1] λογοτεχνικό) μορφή του κλείνω
  2. (για την καθαρεύουσαδείτε τη λέξη κλειῶ, τύπος του αρχαίου κλείω)

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία. 

Πηγές[επεξεργασία]

  • Ηλίας Ιω. Καμπανάς Μονοτονικό Λεξικό της Δημοτικής: Ορθογραφικό, ερμηνευτικό, ετυμολογικό