κληροδοτώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κληροδοτώ < ελληνιστική κοινή κληροδοτέω / κληροδοτῶ < αρχαία ελληνική κλῆρος + δίδωμι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κληροδοτώ (παθητική φωνή: κληροδοτούμαι)

  1. δίνω κάτι με κληροδοσία
  2. (κατ’ επέκταση) παραδίδω, παραχωρώ

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]