κληροδοτώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κληροδοτώ < ελληνιστική κοινή κληροδοτέω / κληροδοτῶ < αρχαία ελληνική κλῆρος + δίδωμι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κληροδοτώ (παθητική φωνή: κληροδοτούμαι)

  1. δίνω κάτι με κληροδοσία
  2. (κατ’ επέκταση) παραδίδω, παραχωρώ

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]