κληρονομημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κληρονομημένος κληρονομημένη κληρονομημένο
γενική κληρονομημένου κληρονομημένης κληρονομημένου
αιτιατική κληρονομημένο κληρονομημένη κληρονομημένο
κλητική κληρονομημένε κληρονομημένη κληρονομημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κληρονομημένοι κληρονομημένες κληρονομημένα
γενική κληρονομημένων κληρονομημένων κληρονομημένων
αιτιατική κληρονομημένους κληρονομημένες κληρονομημένα
κλητική κληρονομημένοι κληρονομημένες κληρονομημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κληρονομημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κληρονομώ, κληρονομούμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

κληρονομημένος, -η, -ο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]