κλιμακούμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλιμακούμαι < λόγιο ρήμα της καθαρεύουσας < αρχαία ελληνική κλῖμαξ

Ρήμα[επεξεργασία]

κλιμακούμαι

  1. κλιμακώνομαι, οξύνομαι, ανεβαίνω σημαντικά σε μια κλίμακα, διαβάθμιση: χρησιμοποιείται πλέον μόνον στο τρίτο πρόσωπο ενεστώτα και αποκλειστικά για άψυχα ή αφηρημένα ουσιαστικά (κλιμακούται, κλιμακούνται)
    τα αντίστοιχα επιτόκια κλιμακούνται
    Κλιμακούται η πολιτική αντιπαράθεση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]