κλιμακτήριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλιμακτήριος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική climacterial < νεολατινική climacterium < climacter < αρχαία ελληνική κλιμακτήρ (σκαλοπάτι, κρίσιμο σημείο)[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κλιμακτήριος οι κλιμακτήριοι (κλιμακτήριες)
      γενική της κλιμακτηρίου των κλιμακτηρίων
    αιτιατική την κλιμακτήριο τις κλιμακτηρίους (κλιμακτήριες)
     κλητική κλιμακτήριε (-ο) κλιμακτήριοι (κλιμακτήριες)
Συνήθως στον ενικό.
Παράρτημα

κλιμακτήριος θηλυκό

  • η περίοδος κατά την οποία εμφανίζεται σε έναν οργανισμό η εμμηνόπαυση, συνήθως νοουμένου του γυναικείου, αν και μεταφορικά χρησιμοποιείται η φράση ανδρική κλιμακτήριος για την αντίστοιχη περίοδο ορμονικών αλλαγών στον μεσήλικα άνδρα


Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κλιμακτήριος κλιμακτήρια κλιμακτήριο
γενική κλιμακτήριου κλιμακτήριας κλιμακτήριου
αιτιατική κλιμακτήριο κλιμακτήρια κλιμακτήριο
κλητική κλιμακτήριε κλιμακτήρια κλιμακτήριο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κλιμακτήριοι κλιμακτήριες κλιμακτήρια
γενική κλιμακτήριων κλιμακτήριων κλιμακτήριων
αιτιατική κλιμακτήριους κλιμακτήριες κλιμακτήρια
κλητική κλιμακτήριοι κλιμακτήριες κλιμακτήρια

κλιμακτήριος, -α, -ο

  1. (και ως επίθετο) που αναφέρεται ή σχετίζεται με την κλιμακτήριο
    οι κλιμακτήριες διαταραχές
  2. (μεταφορικά) παρακμιακός, σε φάση μη παραγωγική


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]