κλιμακτήριος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κλιμακτήριος
γενική κλιμακτηρίου
αιτιατική κλιμακτήριο
κλητική κλιμακτήριε
κλιμακτήριο*
πτώση ενικός
ονομαστική κλιμακτήριος κλιμακτήρια κλιμακτήριο
γενική κλιμακτήριου κλιμακτήριας κλιμακτήριου
αιτιατική κλιμακτήριο κλιμακτήρια κλιμακτήριο
κλητική κλιμακτήριε κλιμακτήρια κλιμακτήριο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κλιμακτήριοι κλιμακτήριες κλιμακτήρια
γενική κλιμακτήριων κλιμακτήριων κλιμακτήριων
αιτιατική κλιμακτήριους κλιμακτήριες κλιμακτήρια
κλητική κλιμακτήριοι κλιμακτήριες κλιμακτήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλιμακτήριος < αρχαία ελληνική κλιμακτήρ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλιμακτήριος θηλυκό

  • η περίοδος κατά την οποία εμφανίζεται σε έναν οργανισμό η εμμηνόπαυση, συνήθως νοουμένου του γυναικείου, αν και μεταφορικά χρησιμοποιείται η φράση ανδρική κλιμακτήριος για την αντίστοιχη περίοδο ορμονικών αλλαγών στον μεσήλικα άνδρα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]