κλιμακωτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλιμακωτός < αρχαία ελληνική κλιμακωτός

Επίθετο[επεξεργασία]

κλιμακωτός, -ός, -ή

  1. που είναι κατασκευασμένος με βαθμίδες
  2. που η έντασή του ή η ποσότητά του αυξάνεται ή μειώνεται βαθμιαία
    κλιμακωτό σχήμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλιμακωτός < κλῖμαξ

Επίθετο[επεξεργασία]

κλιμακωτός, -ή, -όν

  1. φτιαγμένος με βαθμίδες, όπως μιας σκάλας
    κλιμακωτή πρόσβασις
  2. (ρητορική) κλιμακωτόν σχῆμα: σχήμα του λόγου κατά το οποίο η ένταση ή η ποσότητα αυξάνεται ή μειώνεται βαθμιαία