κλιμακώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλιμακώνω < κλιμακ- (< αρχαία ελληνική κλῖμαξ) + -ώνω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kli.ma.ˈkɔ.nɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

κλιμακώνω μεσοπαθητικό κλιμακώνομαι και κλιμακούμαι

  1. τοποθετώ σε κλίμακα, κατά αύξουσα ή φθίνουσα σειρά
  2. αυξάνω σταδιακά την ένταση κάποιας ενέργειάς μου
     συνώνυμα: οξύνω
     αντώνυμα: αποκλιμακώνω, αμβλύνω
  3. (στρατιωτικός όρος) παρατάσσω στρατό κατά πλάτος και βάθος μιας στρατιωτικής επιχείρησης (π.χ. επίθεση, άμυνα κ.λπ.)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]