κλιματιστικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλιματιστικό < κλιματίζω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλιματιστικό αρσενικό

Έσκασα! Άνοιξε το κλιματιστικό!

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

κλιματιστικό