Μετάβαση στο περιεχόμενο

κλινικοεργαστηριακός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κλινικοεργαστηριακός η κλινικοεργαστηριακή το κλινικοεργαστηριακό
      γενική του κλινικοεργαστηριακού της κλινικοεργαστηριακής του κλινικοεργαστηριακού
    αιτιατική τον κλινικοεργαστηριακό την κλινικοεργαστηριακή το κλινικοεργαστηριακό
     κλητική κλινικοεργαστηριακέ κλινικοεργαστηριακή κλινικοεργαστηριακό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κλινικοεργαστηριακοί οι κλινικοεργαστηριακές τα κλινικοεργαστηριακά
      γενική των κλινικοεργαστηριακών των κλινικοεργαστηριακών των κλινικοεργαστηριακών
    αιτιατική τους κλινικοεργαστηριακούς τις κλινικοεργαστηριακές τα κλινικοεργαστηριακά
     κλητική κλινικοεργαστηριακοί κλινικοεργαστηριακές κλινικοεργαστηριακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κλινικοεργαστηριακός < κλινικ(ός) + -ο- + εργαστηριακός Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kli.ni.ko.eɾ.ɣa.sti.ɾi.aˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κλινικοεργαστηριακός

Επίθετο

[επεξεργασία]

κλινικοεργαστηριακός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]