Μετάβαση στο περιεχόμενο

κλινοπετής

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / κλινοπετής τὸ κλινοπετές
      γενική τοῦ/τῆς κλινοπετοῦς τοῦ κλινοπετοῦς
      δοτική τῷ/τῇ κλινοπετεῖ τῷ κλινοπετεῖ
    αιτιατική τὸν/τὴν κλινοπετ τὸ κλινοπετές
     κλητική ! κλινοπετές κλινοπετές
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ κλινοπετεῖς τὰ κλινοπετ
      γενική τῶν κλινοπετῶν τῶν κλινοπετῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς κλινοπετέσ(ν) τοῖς κλινοπετέσ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς κλινοπετεῖς τὰ κλινοπετ
     κλητική ! κλινοπετεῖς κλινοπετ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ κλινοπετεῖ τὼ κλινοπετεῖ
      γεν-δοτ τοῖν κλινοπετοῖν τοῖν κλινοπετοῖν
3η κλίση, Κατηγορία 'συνεχής' όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κλινοπετής < κλίνη + θέμα πετ- (πεσεῖν, απαρέμφατο του πίπτω) + -ής

Επίθετο

[επεξεργασία]

κλινοπετής, -ής, -ές

  • κλινήρης, κρεβατωμένος
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Ἑλληνικά, Ε, 4.58
    Ὑποφαίνοντος δὲ πάλιν τοῦ ἦρος ὁ μὲν Ἀγησίλαος κλινοπετὴς ἦν.
    Ενώ έμπαινε η άνοιξη, ο Αγησίλαος βρέθηκε κατάκοιτος,
    Μετάφραση (2012, 1η:1966): Ρόδης Ρούφος. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας @greeklanguage.gr

Συνώνυμα

[επεξεργασία]