κλονισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κλονισμός οι κλονισμοί
      γενική του κλονισμού των κλονισμών
    αιτιατική τον κλονισμό τους κλονισμούς
     κλητική κλονισμέ κλονισμοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλονισμός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλονισμός αρσενικό

  1. διατάραξη μιας σταθερής, ισορροπημένης και ήρεμης κατάστασης
  2. μη κανονική λειτουργία ενός ζωντανού οργανισμού
  3. νοητική ή συναισθηματική διαταραχή που προκαλείται συνήθως από δυσάρεστο ή / και αιφνίδιο γεγονός (νευρικός κλονισμός)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]