κλύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλύω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱlew- (ακούω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κλύω

  1. ακούω
  2. δίνω την προσοχή μου σε κάτι που ακούω, εισακούω
  3. υπακούω, συμμορφώνομαι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]