κλῖμαξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κλίμαξ

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κλῖμαξ κλίμακε κλίμακες
Γενική κλίμακος κλιμάκοιν κλιμάκων
Δοτική κλίμακι κλιμάκοιν κλίμαξι(ν)
Αιτιατική κλίμακα κλίμακε κλίμακας
Κλητική κλῖμαξ κλίμακε κλίμακες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλῖμαξ < κλίνω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλῖμαξ θηλυκό

  1. κλίμακα, σκάλα
  2. κλιμακοστάσιο
  3. (ρητορική) το κλιμακωτό σχήμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]