κνιδοκύτταρο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κνιδοκύτταρο | τα | κνιδοκύτταρα |
| γενική | του | κνιδοκύτταρου & κνιδοκυττάρου |
των | κνιδοκύτταρων & κνιδοκυττάρων |
| αιτιατική | το | κνιδοκύτταρο | τα | κνιδοκύτταρα |
| κλητική | κνιδοκύτταρο | κνιδοκύτταρα | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κνιδοκύτταρο < κνίδη + -ο- + κύτταρο (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική cnidocell)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κνιδοκύτταρο ουδέτερο
- (βιολογία) εξειδικευμένο κύτταρο που απαντάται στα Κνιδόζωα (π.χ. μέδουσες, ανεμώνες) και χρησιμοποιείται για άμυνα ή σύλληψη τροφής, περιέχοντας μία κάψουλα με δηλητηριώδες νήμα, που εκτοξεύεται, όταν διεγερθεί
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βιολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)