Μετάβαση στο περιεχόμενο

κνιδοκύτταρο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κνιδοκύτταρο τα κνιδοκύτταρα
      γενική του κνιδοκύτταρου
& κνιδοκυττάρου
των κνιδοκύτταρων
& κνιδοκυττάρων
    αιτιατική το κνιδοκύτταρο τα κνιδοκύτταρα
     κλητική κνιδοκύτταρο κνιδοκύτταρα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κνιδοκύτταρο < κνίδη + -ο- + κύτταρο (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική cnidocell)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κνιδοκύτταρο ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]