κοίλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κοῖλος, κοιλο-

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κοίλος κοίλη κοίλο
γενική κοίλου κοίλης κοίλου
αιτιατική κοίλο κοίλη κοίλο
κλητική κοίλε κοίλη κοίλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κοίλοι κοίλες κοίλα
γενική κοίλων κοίλων κοίλων
αιτιατική κοίλους κοίλες κοίλα
κλητική κοίλοι κοίλες κοίλα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοίλος < αρχαία ελληνική κοῖλος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ciˈlos/

Επίθετο[επεξεργασία]

κοίλος, -η, -ο

  1. κυρτός, σκαμμένος προς τα μέσα
  2. εσωτερικά κενός, κούφιος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]