κοίτη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοίτη < αρχαία ελληνική κοίτη από το ρήμα κείμαι κατά ετεροίωση δηλαδή με μετατροπή του -ε σε -ο.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈci.ti/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοίτη θηλυκό

  1. το κοίλο τμήμα του εδάφους μέσα στο οποίο κυλάει το ποτάμι, ο χείμαρος και το αυλάκι.

ομόρριζες λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

γνωμικό[επεξεργασία]

  1. χωρισμός από τραπέζης και κοίτης (αντί του ορθού κοιτώνος κατ΄ευφημισμόν)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]