κογκρέσο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κογκρέσο κογκρέσα
γενική κογκρέσου κογκρέσων
αιτιατική κογκρέσο κογκρέσα
κλητική κογκρέσο κογκρέσα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κογκρέσο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κογκρέσο ουδέτερο

  1. το σώμα που ασκεί τη νομοθετική εξουσία στις ΗΠΑ, αποτελούμενο από τη βουλή και τη γερουσία


32πχ Μεταφράσεις[]