κογχάριον
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | κογχάριον | τὰ | κογχάριᾰ |
| γενική | τοῦ | κογχαρίου | τῶν | κογχαρίων |
| δοτική | τῷ | κογχαρίῳ | τοῖς | κογχαρίοις |
| αιτιατική | τὸ | κογχάριον | τὰ | κογχάριᾰ |
| κλητική ὦ! | κογχάριον | κογχάριᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | κογχαρίω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | κογχαρίοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κογχάριον < κόγχη + υποκοριστικό επίθημα -άριον
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κογχάριον ουδέτερο
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπον' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με υποκοριστικό επίθημα -άριον (ελληνιστική κοινή)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)