κοιλάδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

κοιλάδα στη Βρετανία
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοιλάδα οι κοιλάδες
      γενική της κοιλάδας των κοιλάδων
    αιτιατική την κοιλάδα τις κοιλάδες
     κλητική κοιλάδα κοιλάδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοιλάδα < αρχαία ελληνική κοιλάς

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ci.ˈla.ða/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοιλάδα θηλυκό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]