κοιμήσης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοιμήσης κοιμήσηδες
γενική κοιμήση κοιμήσηδων
αιτιατική κοιμήση κοιμήσηδες
κλητική κοιμήση κοιμήσηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοιμήσης < μεσαιωνική ελληνική το κοιμήσει(ν) < αρχαία ελληνική κοιμοῦμαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κοιμήσης αρσενικό

μα τι κοιμήσης άνθρωπος!

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοιμήσης αρσενικό

άμα του δώσεις μια δουλειά, πρέπει να είσαι υπομονετικός: τέτοιον κοιμήση, σπάνια τον συναντάς!

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]