κοιμισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κοιμισμένος κοιμισμένη κοιμισμένο
γενική κοιμισμένου κοιμισμένης κοιμισμένου
αιτιατική κοιμισμένο κοιμισμένη κοιμισμένο
κλητική κοιμισμένε κοιμισμένη κοιμισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κοιμισμένοι κοιμισμένες κοιμισμένα
γενική κοιμισμένων κοιμισμένων κοιμισμένων
αιτιατική κοιμισμένους κοιμισμένες κοιμισμένα
κλητική κοιμισμένοι κοιμισμένες κοιμισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοιμισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κοιμίζω, κοιμάμαι και κοιμούμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

κοιμισμένος

  1. που κοιμάται
    τον βρήκα κοιμισμένο μπροστά στην τηλεόραση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αξύπνητος, κοιμώμενος
  2. (μεταφορικά) νωθρός, οκνηρός
    είναι πολύ κοιμισμένος άνθρωπος, κάνει δέκα ώρες μέχρι ν' αρχίσει τη δουλειά του

Σςδςρεςααααδσαχασδχζχκσκδκεμςδςοιμάμαι]]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]