Μετάβαση στο περιεχόμενο

κοινάν

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
κοινᾱν-
ονομαστική κοινάν οἱ κοινᾶνες
      γενική τοῦ κοινᾶνος τῶν κοινάνων
      δοτική τῷ κοινᾶν τοῖς κοινᾶσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν κοινᾶν τοὺς κοινᾶνᾰς
     κλητική ! κοινάν κοινᾶνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κοινᾶνε
γεν-δοτ τοῖν  κοινάνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'παιάν' όπως «παιάν» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κοινάν < κοινός με επίθημα -άν

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κοινάν αρσενικό