κοινωνικοασφαλιστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική κοινωνικοασφαλιστικός κοινωνικοασφαλιστική κοινωνικοασφαλιστικό
γενική κοινωνικοασφαλιστικού κοινωνικοασφαλιστικής κοινωνικοασφαλιστικού
αιτιατική κοινωνικοασφαλιστικό κοινωνικοασφαλιστική κοινωνικοασφαλιστικό
κλητική κοινωνικοασφαλιστικέ κοινωνικοασφαλιστική κοινωνικοασφαλιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κοινωνικοασφαλιστικοί κοινωνικοασφαλιστικές κοινωνικοασφαλιστικά
γενική κοινωνικοασφαλιστικών κοινωνικοασφαλιστικών κοινωνικοασφαλιστικών
αιτιατική κοινωνικοασφαλιστικούς κοινωνικοασφαλιστικές κοινωνικοασφαλιστικά
κλητική κοινωνικοασφαλιστικοί κοινωνικοασφαλιστικές κοινωνικοασφαλιστικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοινωνικοασφαλιστικός < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

κοινωνικοασφαλιστικός

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]