κοινωνώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

πίνακας που απεικονίζει ιερέα την ώρα που κοινωνεί

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοινωνώ < μεσαιωνική ελληνική κοινωνῶ (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική κοινωνέω / κοινωνῶ < κοινωνός < κοινός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ci.noˈno/

Ρήμα[επεξεργασία]

κοινωνώ

  1. (θρησκεία) (αμετάβατο) λαμβάνω τη Θεία Κοινωνία (ως πιστός)
  2. (θρησκεία) (μεταβατικό) δίνω τη Θεία Κοινωνία (ο ιερέας στον πιστό))

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]