Μετάβαση στο περιεχόμενο

κοιτάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κοιτάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοιτάζω < αρχαία ελληνική κοιτάζω[1] < κοίτη.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ciˈta.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κοιτάζω

κοιτάζω (μεταβατικό), παθ.φωνή: κοιτάζομαι, μτχ.π.π.: κοιταγμένος

  1. βλέπω κάτι, συγκεντρώνω το βλέμμα μου σε κάτι, παρατηρώ
  2. στρέφω το ενδιαφέρον και την προσοχή μου σε κάτι συγκεκριμένο, εξετάζω, ασχολούμαι με κάτι
    παράδειγμα Κοίτα τα δικά σου λάθη και άσε την κριτική στους άλλους.
  3. εξετάζω ένα θέμα υγείας ως ασθενής ή ως γιατρός έναν άρρωστο
    παράδειγμα Πήγαινε να κοιτάξεις την πίεσή σου.
    παράδειγμα Πήγαινε να σε κοιτάξει κάνας γιατρός.
  4. φροντίζω έναν ηλικιωμένο
    παράδειγμα Δεν έχει παιδιά. Ποιος θα τον κοιτάξει στα γεράματα;

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • κοιτάζω -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
  • κοιτάζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)