κοιταγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κοιταγμένος κοιταγμένη κοιταγμένο
γενική κοιταγμένου κοιταγμένης κοιταγμένου
αιτιατική κοιταγμένο κοιταγμένη κοιταγμένο
κλητική κοιταγμένε κοιταγμένη κοιταγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κοιταγμένοι κοιταγμένες κοιταγμένα
γενική κοιταγμένων κοιταγμένων κοιταγμένων
αιτιατική κοιταγμένους κοιταγμένες κοιταγμένα
κλητική κοιταγμένοι κοιταγμένες κοιταγμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοιταγμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κοιτάζω, κοιτώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

κοιταγμένος, -η, -ο

  1. που τον έχουν κοιτάξει, συνήθως κάτω από μια ορισμένη οπτική γωνία ή σκοπιά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]