κοκαΐνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοκαΐνη κοκαΐνες
γενική κοκαΐνης κοκαϊνών
αιτιατική κοκαΐνη κοκαΐνες
κλητική κοκαΐνη κοκαΐνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοκαΐνη < γερμανική Kokain < Koka (< κέτσουα kuka (το φυτό κόκα)) + -in (-ίνη)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοκαΐνη θηλυκό

  1. διεγερτικό ναρκωτικό, σε μορφή λευκής σκόνης, που παράγεται από το φυτό κόκα και καταναλώνεται εισπνέοντας το από τη μύτη

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]