κοκαλάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοκαλάκι κοκαλάκια
γενική
αιτιατική κοκαλάκι κοκαλάκια
κλητική κοκαλάκι κοκαλάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοκαλάκι < κόκαλ(ο) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοκαλάκι ουδέτερο

  1. μικρό κόκαλο
  2. (χωρίς υποκοριστική σημασία) διακοσμητικό τσιμπίδι που στερεώνει τα μαλλιά (παλιότερα από κόκαλο)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]