κοκόρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοκόρι κοκόρια
γενική κοκοριού κοκοριών
αιτιατική κοκόρι κοκόρια
κλητική κοκόρι κοκόρια
Η γενική, δύσχρηστη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοκόρι < κόκορ(ας) + υποκοριστικό [1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔˈkɔ.ri/
ΔΦΑ : /kɔˈkɔ.rʝa/ (πληθυντικός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοκόρι ουδέτερο

  1. νεαρός κόκορας
  2. κόκορας σε εκφράσεις όπως
    μαλώνουν/τσακώνονται/τρώγονται σαν κοκόρια
    ξυπνάει/σηκώνεται με τα κοκόρια: ξυπνάει πολύ νωρίς
    αντώνυμα: κοιμάται με τις κότες: κοιμάται πολύ νωρίς

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. κοκόρι στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.