κολάστρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κολάστρα < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κολάστρα θηλυκό
- το πρωτόγαλα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κολάστρα
|
→ δείτε τη λέξη πρωτόγαλα |