κολακευτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κολακευτικός κολακευτική κολακευτικό
γενική κολακευτικού κολακευτικής κολακευτικού
αιτιατική κολακευτικό κολακευτική κολακευτικό
κλητική κολακευτικέ κολακευτική κολακευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κολακευτικοί κολακευτικές κολακευτικά
γενική κολακευτικών κολακευτικών κολακευτικών
αιτιατική κολακευτικούς κολακευτικές κολακευτικά
κλητική κολακευτικοί κολακευτικές κολακευτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κολακευτικός < ελληνιστική κοινή κολακευτικός < αρχαία ελληνική κολακεύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ.la.cɛf.ti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κολακευτικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]