κολεγιακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κολεγιακός < κολέγιο + -ακός

Επίθετο[επεξεργασία]

κολεγιακός, -ή, -ό

  1. σχετικός με το κολέγιο
  2. κολεγιακή μπλούζα: βαμβακερή μπλούζα, με ή χωρίς κουκούλα, για καθημερινό ντύσιμο, συνήθως με κάποια επιγραφή στην μπροστινή όψη
     συνώνυμα: φούτερ


Μεταφράσεις[επεξεργασία]