κολεγιόπαιδο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κολεγιόπαιδο κολεγιόπαιδα
γενική κολεγιόπαιδου κολεγιόπαιδων
αιτιατική κολεγιόπαιδο κολεγιόπαιδα
κλητική κολεγιόπαιδο κολεγιόπαιδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κολεγιόπαιδο < κολέγιο + παιδί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κολεγιόπαιδο ουδέτερο

  1. παιδί που φοιτά σε κολέγιο
  2. (ειρωνικά) παιδί από εύπορη οικογένεια που μεγαλώνει με όλες τις ανέσεις


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]